πτόρθος


πτόρθος
πτόρθος, , Trieb, Schößling, junger Zweig

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πτόρθος — young branch masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτόρθος — και πόρθος, ὁ, Α 1. νέος, τρυφερός κλάδος φυτού, βλαστάρι (α. «ἐκ πυκίνης δ ὕλης πτόρθον κλάσε χειρὶ παχείῃ φύλλων», Ομ. Οδ. β. «πτόρθους ἁπαλοὺς ἀποτρώγουσαι», Εύπ.) 2. η βλάστηση, η έκφυση κλώνων («φύλλα δ ἔραζε χέει, πτόρθοιό τε λήγει»,… …   Dictionary of Greek

  • πτόρθοι — πτόρθος young branch masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτόρθοιο — πτόρθος young branch masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτόρθοις — πτόρθος young branch masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτόρθοισι — πτόρθος young branch masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτόρθοισιν — πτόρθος young branch masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτόρθον — πτόρθος young branch masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτόρθου — πτόρθος young branch masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτόρθους — πτόρθος young branch masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτόρθων — πτόρθος young branch masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.